Ο μισθός διπλασιάστηκε. Η ζωή όμως πόσο ακριβότερη έγινε;
Με αφορμή τις τεράστιες αυξήσεις που έκανε τον περασμένο Ιούλιο του 2026 ο ΔΕΔΔΗΕ στα τιμολόγια του,
που και γω μόλις χτες το διαπίστωσα (αφού όλα γίνονται Ιούλιο ή Αύγουστο, ώστε να μην το παίρνουμε εύκολα χαμπάρι)
μερικές έντονες σκέψεις και απορίες για το σύστημα το…. ηλεκτρολογικό!!
Ο μισθός διπλασιάστηκε. Η ζωή όμως πόσο ακριβότερη έγινε;
Ρεύμα, ΔΕΔΔΗΕ, βενζίνη, τρόφιμα, ΕΦΚΑ και φόροι: 26 χρόνια μετά, τι μπορεί πραγματικά να αγοράσει ο Έλληνας καταναλωτής;
Στη δημόσια συζήτηση ακούμε συχνά ότι οι μισθοί αυξήθηκαν, ότι ο κατώτατος μισθός πλησιάζει πλέον τα 1.000 ευρώ και ότι η οικονομία του 2026 δεν μπορεί να συγκρίνεται με εκείνη των αρχών της δεκαετίας του 2000.
Σωστά.
Υπάρχει όμως ένα πολύ απλό ερώτημα που ενδιαφέρει περισσότερο τον καταναλωτή:
Πόσα πράγματα μπορούσε να αγοράσει με τον βασικό μισθό του τότε και πόσα μπορεί να αγοράσει σήμερα;
Γιατί ο πολίτης δεν πληρώνει «δείκτες». Πληρώνει κιλοβατώρες, βενζίνη, τρόφιμα, ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, πάγια, τέλη
και — όταν χρειαστεί να ηλεκτροδοτήσει ένα καινούργιο σπίτι ή επαγγελματικό χώρο — πληρώνει και τον ΔΕΔΔΗΕ.
Και όταν τα βάλουμε αυτά δίπλα-δίπλα, η εικόνα γίνεται πολύ διαφορετική.
Η βάση της σύγκρισης: 457,66 ευρώ τότε – 920 ευρώ σήμερα
Από την 1η Ιουλίου 2000 ο γενικός κατώτατος μισθός υπαλλήλου χωρίς προϋπηρεσία ήταν 155.948 δραχμές. Με την οριστική ισοτιμία 1 ευρώ = 340,750 δραχμές, αντιστοιχεί σε 457,66 ευρώ.
Από την 1η Απριλίου 2026 ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός είναι 920 ευρώ μικτά, βάσει της Υπουργικής Απόφασης 8934/27.3.2026, ΦΕΚ Β΄1759.
Άρα σε 26 χρόνια:
457,66 € → 920 € = +101,0%.
Ο κατώτατος μισθός, δηλαδή, ουσιαστικά διπλασιάστηκε.
Ας δούμε τώρα στον παρακάτω πίνακα τι συνέβη γύρω του:
| # | Τι πληρώνει ο καταναλωτής | Τότε | Σήμερα / νεότερο διαθέσιμο | Μεταβολή / επιβάρυνση | Τι δείχνει σε σχέση με τον μισθό |
|---|---|---|---|---|---|
| 1 | Ηλεκτρική ενέργεια νοικοκυριού | 2000: 0,0564 €/kWh (5,64 λεπτά) | Β΄ εξάμηνο 2025: 0,1953 €/kWh προ φόρων | +246% | Ο μισθός αγόραζε θεωρητικά ~8.115 kWh, σήμερα ~4.711: περίπου -42% αγοραστική δύναμη. |
| 2 | Νέα παροχή ΔΕΔΔΗΕ Νο2, 25 kVA | 799,63 € | 1.423,19 € | +77,98% | Η σημερινή χρέωση αντιστοιχεί περίπου στο 155% ενός κατώτατου μισθού. |
| 3 | Αμόλυβδη βενζίνη | 2000: 0,646 €/λίτρο | 2026: περίπου 2,174 €/λίτρο | +236% | Από περίπου 708 λίτρα ανά βασικό μισθό σε περίπου 423 λίτρα: -40%. |
| 4 | Τυλιχτό σουβλάκι | 2001: περίπου 0,44 € | 2026: περίπου 4,10 € | περίπου +831% | Από πάνω από 1.000 τυλιχτά ανά μισθό σε περίπου 224. |
| 5 | Φραντζόλα ψωμί | 2001: περίπου 0,41 € | 2026: περίπου 1,20 € | περίπου +192% | Περίπου -31% αγοραστική δύναμη. |
| 6 | Καφές εκτός σπιτιού | 2001: περίπου 1,47 € | 2026: περίπου 3,80 € | περίπου +159% | Από περίπου 312 καφέδες ανά μισθό σε περίπου 242. |
| 7 | ΦΠΑ | 2000: 18% / 8% | 2026: 24% / 13% | +6 και +5 ποσοστιαίες μονάδες | Ακόμη και χωρίς αύξηση καθαρής τιμής, ο καταναλωτής πληρώνει μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση. |
| 8 | ΕΦΚΑ ελεύθερου επαγγελματία | 2017: 20% σύνταξη + 6,95% υγεία | 2026: 260,77 €/μήνα στην 1η κατηγορία | Διαφορετικά συστήματα | Το σημερινό ελάχιστο ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 28,3% του σημερινού κατώτατου μισθού. |
| 9 | ΕΕΤΗΔΕ – «χαράτσι μέσω ΔΕΗ» | Δεν υπήρχε το 2000 | Θεσπίστηκε το 2011 | Νέα επιβάρυνση | Εισπραττόταν μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος. |
| 10 | ΕΝΦΙΑ | Δεν υπήρχε ΕΝΦΙΑ το 2000 | 2,297 δισ. € συνολική βεβαίωση το 2026 | Νέα μόνιμη φορολογική κατηγορία | Εφαρμόζεται από το 2014 βάσει του Ν.4223/2013. |
*Για σουβλάκι, ψωμί και καφέ χρησιμοποιείται το 2001, επειδή είναι η πλησιέστερη δραχμική χρονιά για την οποία εντοπίζονται τεκμηριωμένες τιμές αγοράς. Δεν πρόκειται για επίσημο πανελλαδικό δείκτη τιμών και γι’ αυτό οι αριθμοί αναφέρονται ως ενδεικτικά ιστορικά σημεία αναφοράς.
Ρεύμα: ο μισθός +101%, η κιλοβατώρα πολύ περισσότερο
Η ηλεκτρική ενέργεια έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για το ElectricalNews.
Σε ιστορική σειρά που δημοσίευσε το ΙΟΒΕ με πηγή τη βάση NewCronos, η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για ελληνικά νοικοκυριά το 2000 καταγράφεται στα 0,0564 ευρώ ανά kWh.
Η σημερινή σειρά της Eurostat χρησιμοποιεί από το 2007 νέα, λεπτομερέστερη μεθοδολογία και χωρίζει τα νοικοκυριά ανά ζώνη κατανάλωσης και τις τιμές σε επίπεδα φόρων. Για το δεύτερο εξάμηνο του 2025, στην τυπική ζώνη 2.500–4.999 kWh, η Ελλάδα βρίσκεται στα 0,1953 €/kWh χωρίς φόρους και τέλη και 0,2381 €/kWh με όλους τους φόρους και τις επιβαρύνσεις.
Γι’ αυτό επιλέγουμε συντηρητικά τη σύγκριση 0,0564 → 0,1953 €/kWh.
Η αύξηση είναι περίπου:
+246%.
Ο μισθός όμως αυξήθηκε 101%.
Με έναν καθαρά θεωρητικό υπολογισμό αγοραστικής δύναμης, ο κατώτατος μισθός του 2000 αντιστοιχούσε σε περίπου 8.115 kWh,
ενώ ο σημερινός σε περίπου 4.711 kWh στην αντίστοιχη σημερινή τιμή.
Δεν σημαίνει φυσικά ότι κάποιος ξοδεύει τον μισθό του όλο σε ρεύμα. Είναι ένας τρόπος να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα:
πόσο γρήγορα κινήθηκε το κόστος σε σχέση με το εισόδημα;
Και υπάρχει κι ένα ακόμη στοιχείο που θυμίζει πόσο ακραία έγινε η ενεργειακή κρίση.
Το δεύτερο εξάμηνο του 2022, η επίσημη σειρά για την Ελλάδα έφτασε στα 0,4556 €/kWh προ φόρων. Αυτό είναι πάνω από οκταπλάσια τιμή σε σχέση με το ιστορικό 0,0564 €/kWh — περίπου +708%. Η τελική τιμή που πλήρωσε τότε κάθε νοικοκυριό διέφερε λόγω επιδοτήσεων, φόρων και προγράμματος προμήθειας.
Για να υπάρχει και εικόνα του σήμερα, στο Γ1/Γ1Ν της ΔΕΗ για τον Σεπτέμβριο 2026 η χρέωση προμήθειας στη ζώνη κανονικής χρέωσης εμφανίζεται από 0,145 €/kWh έως 0,18544 €/kWh,
ανάλογα με την κατανάλωση και τις προϋποθέσεις έκπτωσης, με πάγιο 5 ευρώ. Και αυτή είναι μόνο η χρέωση προμήθειας, όχι ολόκληρος ο λογαριασμός με ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόρους και λοιπά ποσά.
Και μετά ήρθε η νέα παροχή του ΔΕΔΔΗΕ
Εδώ έχουμε ένα πολύ πιο άμεσο παράδειγμα.
Το ElectricalNews έχει στη διάθεσή του δύο πραγματικά σημειώματα πληρωμής για την ίδια κατηγορία νέας σύνδεσης:
Τριφασική παροχή Νο2 – 25 kVA.
Η πρώτη αίτηση είχε ποσό συμμετοχής:
799,63 ευρώ.
Δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως, η αίτηση έληξε και υποβλήθηκε νέα.
Η νέα προσφορά:
1.423,19 ευρώ.
Ίδια κατηγορία παροχής.
Διαφορά:
+623,56 ευρώ – αύξηση 77,98%.
Και δεν πρόκειται απλώς για κάποιο λάθος της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Ο ίδιος ο ΔΕΔΔΗΕ αναφέρει ότι οι συντελεστές συμμετοχής στις δαπάνες σύνδεσης είχαν καθοριστεί αρχικά με την Υπουργική Απόφαση Δ5ΗΛ/Β/Φ1.10/6636 – ΦΕΚ Β΄440/30.3.2007
και αναπροσαρμόστηκαν με την Απόφαση της ΡΑΑΕΥ Ε-114/2026 – ΦΕΚ Β΄3954/1.7.2026.
Η πρόταση αναπροσαρμογής είχε υποβληθεί από τον ΔΕΔΔΗΕ στη ΡΑΑΕΥ ήδη από το 2025, με νέο πίνακα συντελεστών σύνδεσης.
Άρα στην πραγματική περίπτωση που παρουσιάζουμε, ο καταναλωτής βρέθηκε μέσα σε λίγους μήνες να χρειάζεται σχεδόν 78% περισσότερα χρήματα για την ίδια κατηγορία ηλεκτρικής παροχής.
Και εδώ υπάρχει μία βασική διαφορά σε σχέση με το σουβλάκι ή τον καφέ.
Αν θεωρείς ακριβό ένα κατάστημα, μπορείς να αγοράσεις από άλλο.
Για τη σύνδεση στο Ελληνικό Δίκτυο Διανομής δεν έχεις δεύτερο δίκτυο να επιλέξεις. Ο ΔΕΔΔΗΕ είναι, βάσει του Ν.4001/2011, ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Γι’ αυτό τέτοιες αυξήσεις χρειάζονται ιδιαίτερα ισχυρή τεκμηρίωση, διαφάνεια και ρυθμιστικό έλεγχο: ο πολίτης δεν έχει τη δυνατότητα να απαντήσει στην αύξηση αλλάζοντας διαχειριστή δικτύου.
Βενζίνη: από 220 δραχμές στα 2,17 ευρώ
Τον Φεβρουάριο του 2000 η ενδεικτική λιανική τιμή αμόλυβδης σε Αττική και Θεσσαλονίκη ήταν 220,20 δραχμές το λίτρο, δηλαδή περίπου 0,646 ευρώ.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2026 το επίσημο Παρατηρητήριο Τιμών Υγρών Καυσίμων καταγράφει στην Αθήνα μέση τιμή περίπου 2,174 ευρώ το λίτρο.
Αύξηση:
+236%.
Το ενδιαφέρον όμως είναι πάλι η σχέση με τον μισθό.
Με 457,66 ευρώ μπορούσε θεωρητικά να αγοραστεί ποσότητα περίπου 708 λίτρων.
Με 920 ευρώ σήμερα περίπου 423 λίτρα.
Παρότι ο μισθός διπλασιάστηκε, η ποσότητα καυσίμου που αντιστοιχεί σε αυτόν μειώθηκε περίπου 40%.
Το ταπεινό σουβλάκι δείχνει ίσως πιο παραστατικά απ’ όλα τι συνέβη
Στις καταγραφές της δραχμικής περιόδου του 2001, ένα τυλιχτό κόστιζε γύρω στις 150 δραχμές, δηλαδή περίπου 44 λεπτά του ευρώ. Πρόκειται για ενδεικτικό σημείο αναφοράς της εποχής και όχι για επίσημη εθνική μέση τιμή.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Souvlaki Index καταγράφει σε 1.825 καταστήματα της Αττικής διάμεση τιμή 4,10 ευρώ για γύρο τυλιχτό.
Μιλάμε για αύξηση της τάξης του:
+831%.
Και εδώ η διαφορά στην αγοραστική δύναμη είναι τεράστια.
Με το ποσό ενός κατώτατου μισθού της εποχής αντιστοιχούσαν θεωρητικά πάνω από 1.000 τυλιχτά.
Σήμερα περίπου 224.
Δεν ισχυριζόμαστε προφανώς ότι ο εργαζόμενος πρέπει να αγοράζει 1.000 σουβλάκια. Το παράδειγμα αποκαλύπτει όμως με τρόπο που καταλαβαίνει ο καθένας πόσο διαφορετικά κινήθηκε η τιμή ενός καθημερινού προϊόντος από τον μισθό.
ΦΠΑ: ακόμη κι αν δεν άλλαζε η καθαρή τιμή, το κράτος παίρνει μεγαλύτερο ποσοστό
Το 2000, ο Ν.2859/2000 προέβλεπε κανονικό ΦΠΑ 18% και μειωμένο 8%.
Σήμερα οι βασικοί συντελεστές είναι 24% και 13%. Ο κανονικός συντελεστής 24% ισχύει από την 1η Ιουνίου 2016.
Ακόμη λοιπόν και σε ένα προϊόν του οποίου η καθαρή αξία θα είχε παραμείνει υποθετικά ακριβώς στα 100 ευρώ, ο καταναλωτής θα πλήρωνε:
118 ευρώ τότε → 124 ευρώ σήμερα με τον κανονικό συντελεστή.
Στα βασικά αγαθά που υπάγονται στον μειωμένο:
108 ευρώ → 113 ευρώ.
Και αυτή η διαφορά έρχεται πριν εξετάσουμε οποιαδήποτε αύξηση της ίδιας της καθαρής τιμής του προϊόντος.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες θυμούνται πολύ καλά το 2017
Στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση του Ν.4387/2016 οι μη μισθωτοί πέρασαν από το 2017 σε σύστημα εισφορών συνδεδεμένο με το εισόδημα.
Η εγκύκλιος 1/2017 του ίδιου του ΕΦΚΑ αναφέρει:
20% για κύρια σύνταξη,
6,95% για υγειονομική περίθαλψη,
και 10 ευρώ τον μήνα για τον ειδικό λογαριασμό ανεργίας.
Δηλαδή βασικό ποσοστό 26,95% επί της προβλεπόμενης βάσης υπολογισμού.
Εδώ χρειάζεται μία ιστορική διόρθωση που έχει σημασία: συχνά σήμερα λέγεται ότι ήταν «20% ή 27% επί του τζίρου». Δεν ήταν επί του τζίρου. Ήταν συνδεδεμένο με το φορολογητέο/καθαρό αποτέλεσμα και τους τότε κανόνες προσδιορισμού της βάσης.
Από το 2020 το σύστημα άλλαξε ξανά με τον Ν.4670/2020 και θεσπίστηκαν ασφαλιστικές κατηγορίες συγκεκριμένων ποσών.
Το 2026 η πρώτη κατηγορία ελεύθερου επαγγελματία είναι 250,77 ευρώ για σύνταξη και υγεία και συνεισπράττονται άλλα 10 ευρώ υπέρ ανεργίας: σύνολο 260,77 ευρώ τον μήνα.
Όταν ο φόρος του ακινήτου μπήκε μέσα στον λογαριασμό του ρεύματος
Το 2011, με το άρθρο 53 του Ν.4021/2011, θεσπίστηκε το Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών — το γνωστό στους περισσότερους ως «χαράτσι μέσω ΔΕΗ».
Ο υπολογισμός γινόταν με βάση τα τετραγωνικά μέτρα, την τιμή ζώνης και την παλαιότητα του ακινήτου. Οι βασικοί συντελεστές έφθαναν έως τα 16 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο,
ενώ η είσπραξη γινόταν μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ και των άλλων προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.
Έτσι, ένα αγαθό απολύτως απαραίτητο για τη λειτουργία ενός σπιτιού —η ηλεκτρική ενέργεια— χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα και ως μηχανισμός είσπραξης φορολογίας ακίνητης περιουσίας.
Ακολούθησε ο ΕΝΦΙΑ, που θεσπίστηκε με τον Ν.4223/2013 και εφαρμόστηκε από το 2014.
Για το 2026 η ΑΑΔΕ αναφέρει συνολική βεβαίωση ΕΝΦΙΑ 2,297 δισ. ευρώ σε 6.171.359 φορολογουμένους. Μόνο στα φυσικά πρόσωπα η τελική βεβαίωση ξεπερνά τα 1,711 δισ. ευρώ.
Και εδώ χρειάζεται ιστορική ακρίβεια: φόροι και τέλη στην ακίνητη περιουσία υπήρχαν και πριν από τον ΕΝΦΙΑ. Το σωστό είναι ότι ο ΕΝΦΙΑ ως συγκεκριμένος καθολικός ετήσιος φόρος δεν υπήρχε το 2000.
Το πρόβλημα δεν αποτυπώνεται ολόκληρο σε έναν «μέσο πληθωρισμό»
Ο γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή είναι απαραίτητο στατιστικό εργαλείο. Αλλά είναι ένας σταθμισμένος μέσος όρος ενός πολύ μεγάλου καλαθιού.
Η πραγματική καθημερινότητα ενός νοικοκυριού δεν είναι ένας μέσος όρος.
Το νοικοκυριό μπορεί να μην αγοράσει καινούργια τηλεόραση για πέντε χρόνια.
Δεν μπορεί όμως να αποφασίσει να μη φάει, να μην έχει ρεύμα, να μη μετακινηθεί ή να μην πληρώσει μια υποχρεωτική ασφαλιστική ή φορολογική επιβάρυνση.
Γι’ αυτό έχει σημασία να εξετάζονται ξεχωριστά τα αγαθά και οι υπηρεσίες που απορροφούν σταθερά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Και από τα παραδείγματα που εξετάσαμε προκύπτει μια εικόνα που δύσκολα αγνοείται:
ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 101%, αλλά αρκετές βασικές τιμές αυξήθηκαν κατά 150%, 200%, 250% ή ακόμη περισσότερο.
Παράλληλα εμφανίστηκαν νέες μόνιμες ή έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις, αυξήθηκαν οι συντελεστές ΦΠΑ και άλλαξαν επανειλημμένα τα ασφαλιστικά βάρη.
Και στον ΔΕΔΔΗΕ το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο
Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί ο όρος «καρτέλ» ως νομικά αποδεδειγμένος χαρακτηρισμός — αυτός απαιτεί συγκεκριμένη διαπίστωση παράβασης από αρμόδια αρχή.
Στην περίπτωση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας υπάρχει όμως ένα διαφορετικό και απολύτως πραγματικό χαρακτηριστικό:
ο καταναλωτής δεν έχει εναλλακτικό διαχειριστή δικτύου.
Ο ΔΕΔΔΗΕ έχει, βάσει του Ν.4001/2011, την ευθύνη ανάπτυξης, λειτουργίας και συντήρησης του ΕΔΔΗΕ.
Γι’ αυτό ακριβώς οι χρεώσεις του δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται όπως η τιμή ενός προϊόντος σε ένα ράφι.
Όταν μία νέα παροχή Νο2 περνά από 799,63 σε 1.423,19 ευρώ, αύξηση σχεδόν 78%, ο καταναλωτής δεν μπορεί να πει:
«Είναι ακριβός ο ΔΕΔΔΗΕ, θα πάω σε άλλον».
Δεν υπάρχει άλλος.
Αυτό καθιστά ακόμη σημαντικότερη τη διαφάνεια της κοστολόγησης, την αιτιολόγηση των αναπροσαρμογών και τον αυστηρό έλεγχο από τη Ρυθμιστική Αρχή.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι μένει στην τσέπη
Η σύγκριση του 2000 με το 2026 δεν γίνεται για λόγους νοσταλγίας της δραχμής, ούτε αποδεικνύει ότι όλα ήταν καλύτερα πριν από 26 χρόνια.
Δείχνει όμως κάτι απλό.
Δεν αρκεί να πούμε ότι ο βασικός μισθός από 457,66 ευρώ έγινε 920 ευρώ.
Πρέπει να ρωτήσουμε:
Πόσο ρεύμα αγόραζε;
Πόση βενζίνη;
Πόσο φαγητό;
Τι φόρους και εισφορές έπρεπε να πληρώσει;
Και πόσο από τον μισθό του απομένει αφού πληρώσει τις ανελαστικές ανάγκες;
Εκεί βρίσκεται τελικά η πραγματική αγοραστική δύναμη του καταναλωτή.
Και όταν μία οικογένεια βλέπει το ρεύμα, το καύσιμο, το φαγητό, τις εισφορές, τη φορολογία της κατοχής ακινήτου και ακόμη και το κόστος μιας απλής νέας ηλεκτρικής παροχής να διεκδικούν ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι του εισοδήματός της, το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό.
Είναι ο λογαριασμός που φτάνει κάθε μήνα στο σπίτι.